Απολύτως άκυρη διαδικασία χαρακτηρίζουν τα ελληνικά δικαστήρια την κατάσχεση και εν συνεχεία τον πλειστηριασμό των εργατικών κατοικιών. Μάλιστα, αυτό έχει καταστεί σαφές σε νομικό επίπεδο ήδη από το 1983 με απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και μέχρι σήμερα κανένα δικαστήριο δεν έχει εκδώσει αντίθετη απόφαση.

Σύμφωνα λοιπόν με την ελληνική Δικαιοσύνη και δη την ανώτατη βαθμίδα αυτής, σε περίπτωση κατάσχεσης και εν συνεχεία πλειστηριασμού εργατικής κατοικίας αυτές οι πράξεις καθίστανται απολύτως άκυρες, που σημαίνει ότι δεν παράγουν αποτέλεσμα, δηλαδή δεν χάνει ο οφειλέτης το σπίτι του.

Οπως έχει κρίνει ο Αρειος Πάγος ήδη από το 1983, με τη με αριθμό 1688 απόφαση της Ολομέλειάς του, η απαγόρευση της κατάσχεσης, η οποία αν επιβληθεί είναι άκυρη, ισχύει αθροιστικώς, μέχρι την πλήρη εξόφληση του δανείου, αλλά και σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν έχει εξοφληθεί το δάνειο και επί μία δεκαετία από τη λήψη του δανείου.

Επομένως, για τη δυνατότητα της κατάσχεσης απαιτείται η πλήρης εξόφληση του δανείου και η πάροδος δεκαετίας από τη λήψη του δανείου, με συνέπεια η έλλειψη της μιας από τις ανωτέρω προϋποθέσεις να αποκλείει την κατάσχεση.

Ετσι, σε περίπτωση διάθεσης του ακινήτου με αναγκαστικό πλειστηριασμό, και αν ακόμη αυτός παραμείνει έγκυρος, ως διαδικαστική πράξη, αφού είναι ανίσχυρος και ανενεργός ως δικαιοπραξία διάθεσης του ουσιαστικού δικαίου, δεν επιφέρει μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου σ’ αυτόν που πλειοδότησε στον πλειστηριασμό.

Μάλιστα ο Αρειος Πάγος προτάσσει, για να αιτιολογήσει αυτή την απόφαση, που βέβαια διαθέτει ισχυρό προστατευτικό πλαίσιο στην ελληνική νομοθεσία, λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος που απαγορεύουν τη διάθεση ακόμη και με αναγκαστική εκτέλεση (δηλαδή πλειστηριασμό) του ακινήτου που αγοράστηκε ή ανεγέρθηκε, με τις διατάξεις που διέπουν τις εργατικές κατοικίες.